
Τον έψαξε... αλήθεια το έκανε! Όμως ο Στέφανος ήταν αρκετά μακριά πλέον. Ήθελε να σβήσει ότι του θύμιζε το παρελθόν, δεν του άρεσε αυτή η ευαίσθητη πλευρά του. Μια ζωή είχε μάθει να είναι μόνος του, να αγωνίζεται για την ζωή του και να μην έχει κανέναν δίπλα του.
Ήταν σκληρός απέναντι στην πραγματικότητα, και ότι τον φόβιζε δεν είχε χώρο στην ζωή του. Έτσι λοιπόν και έφυγε για Θεσσαλονίκη, ίσως για λίγο καιρό αρχίκα, μέχρι να ξανασταθεί καλά στα πόδια του. Άλλαξε κινητό & διεύθυνση και ήταν ξανά εκεί απ' όπου ξεκίνησε: στην αρχή. Για καλή του τύχη είχε κάποιους παλιούς φίλους στην συμπρωτεύουσα και δεν ήταν δύσκολο να αναλάβει γρήγορα τις πρώτες του υποθέσεις στο καινούριο του γραφείο. Φυσικά, ήταν εύκολο και να συνεχίσει την αγαπημένη του ασχολία, το σαλιάρισμα με όμορφα, νέα αγόρια, τόσο γοητευτικός και πετυχημένος άλλωστε, αποτελούσε καλό λαυράκι για επίδοξους εραστές. Αυτοί πέρναγαν καλά, και αυτός είχε αυτό που ήθελε.
Ο Μίλτος πήρε το πτυχείο του, και δεν έπαψε να τον αναζητά... Ίσως να μειώθηκε η ένταση καθώς πέρναγε ο καιρός... ποτέ όμως δεν τον ξέχασε. Ήταν αρκετά ευαίσθητος, είχε όμως δυνατό ένστικτο. Ήξερε ότι είχε χάσει έναν άνθρωπο που άξιζε πολλά. Δεν μπορούσε όμως να κάνει τίποτε άλλο. Ήδη οι τύψεις τον τιμωρούσαν και με το παραπάνω... Μάλλον έπρεπε να προσέχει περισσότερο τα λόγια του, να προσέχει τι εύχεται... "Δεν θέλω να σε ξαναδώ" του είχε πει... ήταν η φράση που για αρκετούς μήνες αντηχούσε ακόμα στο κεφάλι του. Από ένα σημείο και μετά όμως ήταν μάταιο... δεν μπορούσε να μείνει κολλημένος σε μια σχέση που ατύχησε... έπρεπε να συνεχίσει. Και έτσι έκανε.
-------------------------
Είχαν περάσει ακριβώς δύο χρόνια απ' όταν γνωρίστηκαν, ήταν ξανά τα γενέθλια του Μίλτου. Παρόλα αυτά ο ίδιος δεν συγχώρεσε τον εαυτό του για τον τρόπο που φέρθηκε στον Στέφανο, για τον τρόπο που τον έχασε. Όλο αυτό δεν έκανε τον κύκλο του, τελείωσε πρόωρα και αυτό ήταν που τον πλήγωνε. Έβρισε το αναθεματισμένο φανάρι που τον έπιασε στη μέση της Κηφισίας ενώ είχε ήδη αργήσει. Αφηρημένα κοίταξε το διπλανό αυτοκίνητο... ήταν τα ίδια σμαραγδένια μάτια. Ήταν ο Στέφανος; ή μήπως όχι; Κοιτάχτηκαν για μια στιγμή και το αυτοκίνητο ξεκίνησε. Κάποιος κόρναρε στον Μίλτο που είχε μείνει να χαζεύει. Καθ' όλη την διάρκεια της διαδρομής σκεφτόταν αν ήταν αυτός. Δεν ήταν σίγουρος αν όντως τον είδε, αν ήθελε να τον ξαναδεί... αν έπρεπε να τον ξαναδεί. Αν ήταν αυτός, ήταν το πιο όμορφο δώρο γενεθλίων... τις σκέψεις του όμως διέκοψε το κινητό του, ήταν μήνυμα από το μωρό του: "Άντε που είσαι;; σου έχω έτοιμο το δώρο σου!" . Άφησε τον Στέφανο στο πίσω μέρος του μυαλού του και συνέχισε την ζωή του. Ήταν ένας κύκλος που έπρεπε να είχε κλείσει από καιρό.
